αὐγάζει

αὐγάζω
view in the clearest light
pres ind mp 2nd sg
αὐγάζω
view in the clearest light
pres ind act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυγάζω — (AM αὐγάζω) [αυγή] 1. ακτινοβολώ, λάμπω 2. φωτίζω μσν. νεοελλ. (για την ανατολή) εμφανίζομαι, ξημερώνω νεοελλ. απρόσ. αυγάζει ξημερώνει αρχ. μσν. διαφωτίζω αρχ. 1. διακρίνω, βλέπω καθαρά 2. φωτίζω, καταυγάζω 3. καθρεφτίζομαι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.